ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ

ΑΠΑΝΤΑΧΟΥ ΜΑΤΕΣΑΙΩΝ

"Η ΑΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ"

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

http://www.hitwebcounter.com/

Επισκέπτες από την 1/6/2002

Ματεσαίικο λεξιλόγιο

Εδώ παρατίθενται λέξεις από την παλιά τοπική διάλεκτο όπως έχει καταγραφεί μέχρι σήμερα και καθώς σήμερα εξαφανίζεται σιγά σιγά, αποτελεί ένα ιστορικό  - λαογραφικό ντοκουμέντο. Όλοι οι Ματεσαίοι πρέπει να συμβάλουν στο να προστεθούν και άλλες λέξεις, ενώ παράλληλα να διορθωθούν όσες ερμηνείες δεν είναι ακριβείς. Επιλέξτε το πρώτο γράμμα ...

 

Τ

Υ
Ω

 

ΛΕΞΗ
ΕΡΜΗΝΕΙΑ
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ
Αγγαρεία
Αγγέλω
όνομα
Αγέρι
αέρας
Αγκονάρι
πελεκημένη πέτρα για γωνίες σπιτιού
Αδράχτι
Αει
άντε πήγαινε
Αει χάσου
Αιντε
άντε πήγαινε
¶ειντε στο βουνό!
Αιστε
πηγαίνετε
¶ϊστε στο καλό!
Ακόνι
πέτρα για τρόχισμα
Αντέστε να φέρετε κάτι
Αητός
Αετός
Ακουμπάω
αποθέτω
Ακουμπάω κάτι κάτω, αλλά και ακουμπάω κάποιον
Ακουμπέτι
Ακουμπέτι κι έγινε!
Ακριβή
όνομα
Αλατζάδες
Αλέτρι
Αλυσίβα
σταχτόνερο
Αλώνι
Γενικά ένας επίπεδος υπαίθριος χώρος και ειδικά ένας κυκλικός λιθόστρωτος  για την κοπή  των σταχιών με το πάτημά τους από άλογα ή μουλάρια κατάλληλα δεμένα από το κέντρο   του.
Αμάδες
Παιχνίδι παιδικό
Αμανάτι
Ενέχυρο
Του άφησα αμανάτι ένα ρολόι
Αμάκα
Βρώμα παγιοποιημένη σε μια επιφάνεια
Έπιασαν αμάκα τα πόδια σου!
Αμανάτι
ενέχυρο
Αμέ
βεβαίως
Αμπάριζα
Αμπούχα
είδος αχλαδιάς
Αναγούλα
ανακατωσούρα στομαχική
Νοιώθω αναγούλα
Αναγούμι
Όργωμα βαθύ
Ανάχρικα
Ανγκλες
Γωνίες
Ανέμη
Ανεμίδι
Αντάμα
απέναντι
Όταν βρεθούμε αντάμα.
¶νταφλα
απρόσεχτα
Μην είσαι άνταφλος
Αντί
στοιχείο του αργαλειού
Αντούβιανος
ξεροκέφαλος
Αντράλλα
ζάλη
Αντράκλα
φυτό
Αντρέας
όνομα
Αντρομίδα
υφαντό
Αντζαφλος
απρόσεχτος
Αξαφνιά
ξαφνικό κακό
Αξίνα
εργαλείο
Απαγάδι
ελαφρύ, ψυχρό αεράκι
Απαδό
μαλακό νήμα, όχι πολύ στριμμένο
Απάνου
επάνω
Απηδάου
Πηδώ
Απλάδα
Απόγιωμα
απόγευμα
Απολάω
αφήνω
Αποχαραής
Όταν το λιθάρι του μύλου γίνει λείο με το χρόνο.
Απολιφάδι
υπόλειμμα
Αποσπερού
Όταν το λιθάρι του μύλου γίνει λείο με το χρόνο.
Αραδίζω
περνώ από δουλεία διόδου
Αραποσίτι
καλαμπόκι
Αρεστήρης
όνομα Αριστείδης
Αριάνι
Αρμαθιά
Πολλά μαζί
Αρμάρι
ντουλάπι
Αρμέγω
βγάζω το γάλα απο αγελάδα, κατσίκα
Αρμη
αρμύρα τού τυριού
Αργιολόι
κόσκινο
Αρταίνομαι
τρώω μή νηστήσιμα φαγητά
Αρτσίδι
μούσκεμα
Ασίφταγος
ανεπρόκοπος
Ασκί
Ασκός
¶στο
άφησέ το
Ασφάκα
Θαμνώδες φυτό
Ατζαμής
άπειρος
¶τζες
γάμπες
Ατσάραντος
Αυλακολόγος
διαχειρίζεται τη ροή του νερού στα αυλάκια
Αφαλαρίδα
άγριο φυτό με αγκάθια
Αφτουρος
σπάταλος ή που δεν φτουράει
Αχούρι
Ο στάβλος και κατ' επέκταση ένας εσωτερικός χώρος ακατάστατος
Το δωμάτιο έγινε αχούρι